Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

Συζητώντας με την συγγραφέα Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη!

     Η συγγραφέας Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη απαντά στο ερωτηματολόγιο των ΒιβλιοΑναφορών και μας παρουσιάζει μεταξύ άλλων Την σύγκρια, το πρώτο της δηλαδή πεζογράφημα που απευθύνεται σε ενήλικες. «Η σύγκρια» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Σαββάλα και της εύχομαι ολόψυχα να κατακτήσει τους αναγνώστες. Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που διέθεσε ώστε να πραγματοποιηθεί η παρούσα συνέντευξη, η οποία και φυσικά αποτελεί μεγάλη τιμή για το blog και για εμένα προσωπικά! 
      Διαβάστε λοιπόν την συνέντευξη και ελάτε λίγο πιο κοντά στο έργο και στην προσωπικότητα της συγγραφέως Γιολόντα Τσορώνη-Γεωργιάδη!

1. «Η σύγκρια», το νέο σας βιβλίο απέκτησε πρόσφατα μια θέση στις προθήκες των βιβλιοπωλείων! Αφού σας ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο, θα σας ζητήσω να μας το παρουσιάσετε με τον δικό σας μοναδικό τρόπο. 

Ευχαριστώ θερμά για τις ευχές. Μέσα Μάνη γύρω στα 1900… Σε έναν τόπο και μια εποχή όπου η δύναμη και η «περιουσία» κάθε οικογένειας είναι τα αρσενικά παιδιά, μια ισχυρή φαμίλια αποφασίζει να παντρέψει τον γιο της, κόντρα στα συνηθισμένα, με μια κοπέλα κατώτερης τάξης. Όταν τα χρόνια περνούν κι εκείνη δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ο άγραφος νόμος της Μέσα Μάνης επιβάλλει μια δεύτερη σύζυγο, μια «σύγκρια», μέσα στο ίδιο σπίτι, η οποία σε λίγο καιρό φέρνει στον κόσμο το πολυπόθητο αγόρι. Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως όλοι περίμεναν και οι αναγνώστες ανακαλύπτουν μέσα από την Οδύσσεια των ηρώων πως τα συναισθήματα των ανθρώπων διαμορφώνονται από τους μεσημβρινούς του τόπου όπου ζουν και την κοινωνική κουλτούρα που διαμόρφωσαν οι ανάγκες εκεί. Η μυθοπλασία στηρίχτηκε σε αληθινά γεγονότα και προηγήθηκαν της συγγραφής δυο περίπου χρόνια έρευνας πεδίου (με ταξίδια στους τόπους εκείνους για τη μελέτη του ανθρωπογεωγραφικού περιβάλλοντος, συλλογή μαρτυριών από ντόπιους που ήξεραν ή είχαν ακούσει τι συνέβαινε τότε) και έρευνα γραφείου επίσης (μελέτη ιστορικών βιβλίων, της τοπικής παράδοσης κ.λπ).

2. Ποιο ήταν το ερέθισμα που έπλασε στο μυαλό σας την υπόθεση του νέου σας βιβλίου;

Στις αρχές του 2000 έκανα μια εκτεταμένη έρευνα για το πώς προέκυψαν και καθιερώθηκαν λέξεις και φράσεις της καθημερινότητάς μας, αυτές που ονομάζουμε «παροιμιακές». Ανάμεσά τους ερεύνησα και γι’ αυτή που λέμε στην Καλαμάτα, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, «Τρώγονται σαν σύγκριες». Ρωτώντας αρχικά τον οικογενειακό μου περίγυρο, έμαθα πως σύγκριες αποκαλούνταν οι συννυφάδες και, όπως εκείνες τσακώνονται εξαιτίας αντιζηλίας συνήθως, έμεινε η φράση να λέγεται για τις γυναίκες που διαρκώς φιλονικούν. Ψηλαφώντας ωστόσο τη βιβλιογραφία για να διασταυρώσω την πληροφορία, ανακάλυψα πως «σύγκρια» αποκαλούσαν στα χωριά της Μέσα Μάνης τη δεύτερη γυναίκα που έφερνε στο σπίτι ένας από γενιά με μεγάλη περιουσία, όταν η πρώτη δεν έκανε παιδιά ή έκανε μόνο κορίτσια. Κατά την πλέον κρατούσα άποψη η ονομασία «σύγκρια» προέρχεται από τις συν+κυρία: οι δυο κυρίες του σπιτιού. Έχω την αίσθηση λοιπόν πως εκείνον τον καιρό ρίζωσε ο σπόρος μέσα μου να γράψω κάποτε γι’ αυτήν. Από τότε μέχρι σήμερα βέβαια έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια και στο διάστημα αυτό έχω γράψει πάρα πολλά βιβλία για παιδιά. Φαίνεται όμως πως αυτό το χρονικό διάστημα ήταν απαραίτητο να παρεμβληθεί, για να κατακτήσω τη ματιά με την οποία έπρεπε να δω τη «σύγκριά» μου και να την προβάλω όπως θα ήθελα και όπως έπρεπε στον αναγνώστη. 

3. Ποιος από τους ήρωες του βιβλίου σας είναι ο αγαπημένος σας ήρωας; Και ποιος σας ‘’ταλαιπώρησε’’, είτε ψυχολογικά, αφού απείχε πολύ από τον δικό σας ψυχισμό, είτε τεχνικά, να τον αποτυπώσετε στο χαρτί; 

Αναμφίβολα η Χρύσα και η Αμπελία για το μεγαλείο ψυχής που επέδειξαν σε αντίξοες καταστάσεις και την καρτερικότητα με την οποία αντιμετώπιζαν τα «θέλω» της κοινωνίας τους ή της εποχής τους και που φαντάζουν σήμερα τουλάχιστον… παρανοϊκά. Οι ήρωες γενικά, όχι, καθόλου δε με ταλαιπώρησαν στο να αποτυπώσω τους χαρακτήρες τους, σας βεβαιώ. Μεγάλο ρόλο σε αυτό έπαιξε ασφαλώς η μακρόχρονη έρευνα που είχα κάνει για το θέμα και οι μαρτυρίες τις οποίες είχα συγκεντρώσει για αληθινά πρόσωπα που εμπλέκονταν σε αντίστοιχες ιστορίες ζωής κατά το παρελθόν.

4. Αλήθεια, όλοι αυτοί οι ήρωες με τους χαρακτήρες και την ιστορία τους, που πάνε μετά το τέλος της συγγραφής; Υπάρχουν σε ένα μέρος του μυαλού σας και ζουν ή ‘’εγκλωβίζονται’’ αιώνια στο χαρτί αφήνοντάς τους εκεί;

Για όσο διαρκεί η συγγραφή οι ήρωες με απασχολούν 24 ώρες το 24ωρο και δεν είναι υπερβολή. Είναι παρόντες σε κάθε δραστηριότητα ή ενασχόλησή μου, αφού απαιτούν, με τον τρόπο τους, να τους αφιερώνομαι ολόψυχα. Ωστόσο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, οπότε και παραδίδονται στο ευρύ κοινό, νιώθω πως φεύγουν από την αγκαλιά μου. Ανήκουν πλέον στους αναγνώστες και πορεύονται μαζί τους, μένουν όμως στην καρδιά μου.


5. Διαβάζοντας ένα βιβλίο ψάχνω πάντα κάτω από τις λέξεις τα μηνύματα που ίσως θέλει ο συγγραφέας να μεταφέρει στους αναγνώστες του. Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας ένα μήνυμα που οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου σας θέλουν οπωσδήποτε εμείς οι αναγνώστες να το ‘’παραλάβουμε’’; 

Αν και τα μηνύματα είναι πολλά, μοιράζομαι μαζί σας ένα από τις σελίδες του βιβλίου: Μας αδειάζει για να μας βαθύνει η ζωή. Μας φτάνει στην Ανάσταση από του Γολγοθά τον δρόμο, παρακαμπτήριος δεν υπάρχει. Ορίζει το κάθε χάραμα να γεννάει με πόνο το φως. Μας παίρνει και μας δίνει. Ζυγιασμένα όλα, για να κρατάει ισορροπίες. Η ζωή.

6. Ποια επίθετα θα χρησιμοποιούσατε για να χαρακτηρίσετε Την σύγκρια;

Αληθινό, ζωηρό, ανθρώπινο, απρόβλεπτο, λυτρωτικό. 

7. Πείτε μας τα συναισθήματα ή τις σκέψεις που σας συντρόφευαν την στιγμή που γράφατε την λέξη «Τέλος» στην ιστορία του νέου σας βιβλίου.

Θα σας φανεί παράξενο, αλλά ποτέ δε γράφω τη λέξη «Τέλος» σε οποιοδήποτε πόνημά μου. Ίσως γιατί έχω την πεποίθηση πως ο αναγνώστης θα δώσει νοητή συνέχεια, ανάλογα με τα προσωπικά του θέλω, τα βιώματα ή τις συναισθηματικές του ανάγκες. Μου αρέσει λοιπόν η σκέψη ότι το βιβλίο θα συνεχίσει να ζει και δε θα τελειώσει στον αριθμό των σελίδων του. Οπωσδήποτε όμως όταν η δική μου εκδοχή βάζει την τελευταία τελεία, νιώθω «αφυδατωμένη», αφού έχω ξοδέψει μεγάλα αποθέματα ενέργειας επί μακρόν, αλλά αποφορτισμένη και λυτρωμένη συνάμα. Δεν είναι τυχαίο που το ταξίδι της συγγραφής χαρακτηρίζεται «τοκετός»: η αρχική ιδέα βρίσκει το περιβάλλον για να αναπτυχθεί και μεγαλώνει, όλο και μεγαλώνει το ψαχνό της υπόθεσης και το πλαίσιο, ώσπου με τον καιρό ο αρχικός σπόρος φτάνει να γίνει ολάκερο «παιδί». Ξεχνάς γρήγορα τις κακουχίες της κύησης, το παίρνεις στην αγκαλιά σου, το αγαπάς παράφορα και ελπίζεις να το αγαπήσει κι ο κόσμος και να του δώσει μια θέση στην καρδιά του.

8. Αν δεν κάνω λάθος «Η σύγκρια» είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα! Μέχρι τώρα η συγγραφή παιδικών βιβλίων σας είχε κερδίσει. Αλήθεια, ποιο από τα δυο είδη είναι πιο απαιτητικό για σας; Και ποιο σας γοητεύει λίγο παραπάνω;

Ναι, έχω γράψει πολλά βιβλία για παιδιά όλων των ηλικιών (παραμυθικές ιστορίες, μυθιστορήματα, αφιερώματα από λαογραφικές μελέτες), αλλά «Η σύγκρια», δίκιο έχετε, είναι το πρώτο μου πεζογράφημα για ενήλικες. Θα έλεγα πως τα δύο είδη είναι μη συγκρίσιμα, καθώς απαιτούν διαφορετική προσέγγιση και τρόπο γραφής. Εκτιμώ πάντως πως το να γράφεις για παιδιά είναι πιο δύσκολο εγχείρημα από το να γράφεις για μεγάλους, επειδή, αν θέλεις να έχει αποτέλεσμα αυτό που κάνεις, οφείλεις να διαθέτεις γνώσεις του παιδικού ψυχισμού, να μπορείς επίσης να προσαρμόζεις τις έννοιες και το λεξιλόγιό σου, να μπορείς να δίνεις το νόημα ή το μήνυμα που θέλεις σε λίγες μόνο προτάσεις χωρίς ωστόσο να νιώθει ο μικρός αναγνώστης ότι διαβάζει ένα ακόμα σχολικό βιβλίο. Για μένα η ενασχόληση και με τα δύο είδη είναι ιδιαίτερα γοητευτική.

9. Ποιος διαβάζει για πρώτη φορά το βιβλίο σας ή κάποιες από τις πρώτες σελίδες του από το οικείο περιβάλλον σας; Δέχεστε την όποια κριτική του και επηρεασμένη από αυτή σπεύδετε να διορθώσετε τις όποιες παρατηρήσεις του -αν φυσικά υπάρχουν!- ή είστε ‘’αμετακίνητη’’ σε ότι έχετε γράψει;

Για πολλά χρόνια ήμουν δασκάλα, έτσι είχα το προνόμιο να διαβάζω το υπό έκδοση βιβλίο στους μαθητές μου αρχικά και να το θέτω στην κρίση τους. Ξέρετε, τα παιδιά είναι οι πιο αντικειμενικοί, οι πιο άδολοι κριτές, γι’ αυτό και με μεγάλη προσοχή άκουγα τις παρατηρήσεις τους. Ομολογώ πως δυο τρεις φορές σεβάστηκα την επιθυμία τους και άλλαξα το τέλος που είχα σκεφτεί εγώ. Αν κρίνω από τη μεγάλη αποδοχή των βιβλίων αυτών, δε λάθεψα που εμπιστεύτηκα το κριτήριό τους. Και τώρα όμως, δυο χρόνια αφότου αφυπηρέτησα, δίνω τα γραπτά μου σε φίλους συναδέλφους για να τα περάσουν από το φίλτρο των δικών τους μαθητών. Τη «σύγκριά» μου όμως πρωτοδιάβασαν μια επιστήθια φίλη εκπαιδευτικός και ο σύζυγός μου, δυο άνθρωποι των οποίων το κριτήριο εμπιστεύομαι. Γενικά θα έλεγα πως ακούω πάντοτε με προσοχή τις όποιες παρατηρήσεις, δε σπεύδω όμως άμεσα σε αλλαγές. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το κείμενο με την ματιά που υποδεικνύουν οι κριτές μου και, αν εκτιμήσω πως πρέπει να αλλάξω τα σημεία, δε διστάζω να τα διαφοροποιήσω. 

10. Πότε ήρθε η συγγραφή στην ζωή της Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη; Ποια ανάγκη τής καλύπτει;

Πριν από δεκαέξι χρόνια, ορμώμενη από σφοδρή επιθυμία να μοιραστώ με άλλους αυτά που νιώθω, που αντιλαμβάνομαι, που αγαπώ, που με προβληματίζουν. Από την ανάγκη επίσης να μάθω περισσότερο τον εαυτό μου, αφού η συγγραφή αναγκάζει σε ενδοσκόπηση.

11. «Η σύγκρια» αναφέρεται σε ένα έθιμο της Μάνης. Η παράδοση λοιπόν σας ενέπνευσε. Η εποχή μας η γεμάτη βία, αδικίες και χαμένα κεκτημένα χρόνων από ενέργειες πολιτικών που απογοήτευσαν τους πολίτες, μπορεί να εμπνεύσει έναν δημιουργό;

Έχω ασχοληθεί πολλά χρόνια με τη λαϊκή μας παράδοση και γενικότερα με τη λαογραφία. «Η σύγκρια» προέκυψε, είναι αλήθεια, από την ενασχόλησή μου αυτή. Ωστόσο, ναι, η πραγματικότητα αποτελεί πάντοτε αστείρευτη πηγή έμπνευσης για έναν δημιουργό. Ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει αυτό άλλωστε, αφού το «κακό», υπό την ευρεία του έννοια, είναι η αρνητική εκείνη δύναμη που προκαλεί τον άνθρωπο να ζυγίσει τις αντοχές του και να αναμετρηθεί μαζί τους, τον εμπνέει, τον κάνει ποιητή ποικίλων έργων. Ως προς το θέμα αυτό η ρήση του Ηράκλειτου είναι πάντα επίκαιρη: «Πόλεμος πατήρ πάντων», όπου «πόλεμος» νοείται όχι η ένοπλη σύρραξη, αλλά μια κοσμική σταθερά που διέπει τα αντίθετα και παράγει διαρκώς, μέσω συγκρούσεων, νέες ισορροπίες.

12. Στον καιρό της Κρίσης η Λογοτεχνία και η ανάγνωσή της τι μπορεί να δώσει στον μέσο πολίτη;

Μπορώ να σας πω τι δίνει σε εμένα: επαφή με άλλους τρόπους σκέψης, τρόπο διαφυγής από τη ζοφερή πραγματικότητα, εγρήγορση συναισθημάτων, ταξίδια στη γνώση, αφορμή για προβληματισμό και, κυρίως, για ενδοσκόπηση.

13. Για σας ποια στοιχεία σε ένα βιβλίο σάς κάνουν να το χαρακτηρίσετε τελικά ουσιώδη Λογοτεχνία;

Θεωρώ Λογοτεχνία το έργο που διατυπώνεται με σωστά ελληνικά, διαθέτει δομή, συναρπαστική και γρήγορη γραφή, έχει ανατρεπτική πλοκή, χρησιμοποιεί επιλεκτικά και με φειδώ τις λέξεις. Κι επειδή η Λογοτεχνία εκφράζεται κυρίως με δυο «παιδιά» της, την ποίηση και την πεζογραφία, πολύ μου αρέσουν τα πεζά που προσφέρουν τη διεισδυτική ματιά της ποίησης.

14. Ποιο βιβλίο σάς επηρέασε και έμεινε χαραγμένο στη μνήμη σας, αφού πιστεύετε πως και αυτό διαμόρφωσε την σκέψη σας;

Τη σκέψη μου και τον τρόπο να βλέπω τα πράγματα δεν την καθόρισε ένα μόνο βιβλίο, δεν ξέρω καν αν ήταν βιβλίο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, εγώ «σύχναζα» τα απογεύματα στη ρούγα της γειτονιάς για να ακούω τις κουβέντες των γερόντων, αντί να παίζω με τα παιδιά στην αλάνα. Αυτή η λαϊκή σοφία που συμπυκνωνόταν σε κάποια παροιμία με την οποία έκλειναν τις περισσότερες φορές κάθε συζήτησή τους, μου αποκάλυψε πολύ γρήγορα το ψυχογράφημα του λαού μας, το οποίο μεγαλώνοντας αποτύπωσα σε διάφορα πονήματά μου. Αργότερα η μελέτη των δημοτικών μας τραγουδιών, τα μοιρολόγια, η ποίηση του Παλαμά και του Ελύτη, τα αξεπέραστα έργα του Νίκου Καζαντζάκη και τα βιώματά μου διαμόρφωσαν από κοινού νομίζω αυτό που είμαι σήμερα, αυτά που γράφω σήμερα.

15. Θα κάνω την ερώτηση που κάνω στους φίλους που ξέρω πως διαβάζουν: Ποιο βιβλίο διαβάζετε αυτή την περίοδο;

Τις «Ρωμιοπούλες» της Πηνελόπης Δέλτα: πρόκειται για μια τριλογία της («Το Ξύπνημα», «Λάβρα», «Σούρουπο») όπου τα αυτοβιογραφικά στοιχεία της δυστυχισμένης αυτής ύπαρξης, αλλά συνάμα μεγάλης συγγραφέως, είναι πολλά. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-ποταμό, που αγγίζει τις 1.400 και πλέον σελίδες.

16. Στο ερωτηματολόγιο μου σχεδόν πάντα ρωτώ τους συγγραφείς για τα επόμενα συγγραφικά τους βήματα. Με εσάς όμως δεν θα κάνω το ίδιο, μιας και οι ήρωες του νέου σας πονήματος φαντάζομαι πως κατακλύζουν ακόμη την σκέψη σας. Θα αρκεστώ λοιπόν στο εξής ερώτημα: Πείτε μας ένα θέμα που θα θέλατε οπωσδήποτε να ασχοληθείτε σε κάποιο από τα επόμενα βιβλία σας; 

Εδώ και καιρό στριφογυρίζει κάτι στο μυαλό μου, αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα πάνω σε ποια από τις πτυχές του θέματος θα χτίσω τη μυθοπλασία. ‘Ετσι, λυπάμαι, δεν μπορώ –τουλάχιστον τώρα– να σας δώσω συγκεκριμένη απάντηση.

17. Κλείνοντας, και αφού σας ευχαριστήσω θερμά για τον χρόνο που διαθέσατε να απαντήσετε στις ερωτήσεις μου, θα ήθελα να δώσετε ένα μήνυμα στους αναγνώστες σας.

Ας μη σταματάμε να ψάχνουμε γι’ αυτό που δε βλέπουμε κι ας προσπαθούμε να κρίνουμε τους ανθρώπους με τα μάτια της εποχής που έζησαν, γιατί κατά πώς λέει ο ποιητής «Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του Πόλεμος. Κάθε καιρός και η Ελένη του». Αυτά τα μάτια και τη ματιά μπορεί να μας προσφέρει ΚΑΙ η λογοτεχνία. Ευχαριστώ από καρδιάς για τη συνέντευξη, εύχομαι συνέχεια της προσφοράς σας στο βιβλίο και τους δημιουργούς του, στον πολιτισμό.

****

Η σύγκρια

Υπόθεση Οπισθόφυλλου: 

Μέσα Μάνη γύρω στα 1900… Σ’ ένα τόπο και μια εποχή όπου η δύναμη και η «περιουσία» κάθε οικογένειας είναι τα αρσενικά παιδιά, μια ισχυρή φαμίλια αποφασίζει να παντρέψει τον γιο της, κόντρα στα συνηθισμένα, με μια κοπέλα κατώτερης τάξης.
Όταν τα χρόνια περνούν και εκείνη δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ο άγραφος νόμος της Μέσα Μάνης επιβάλλει μια δεύτερη σύζυγο, μια «σύγκρια», μέσα στο ίδιο σπίτι, η οποία σε λίγο καιρό φέρνει στον κόσμο το πολυπόθητο αγόρι. Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως όλοι περίμεναν.

Μια συγκλονιστική ιστορία, γραμμένη με λόγο μεστό και γοητευτικό, που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μεγάλα διλήμματα, τον παροτρύνει σε ενδοσκόπηση και τον οδηγεί να συνειδητοποιήσει πως τα συναισθήματα πολλές φορές διαμορφώνονται από την τοπική κουλτούρα.


Βιογραφία Συγγραφέως:

Η Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, αρθρογραφεί σε παιδαγωγικά περιοδικά, συμμετέχει εθελοντικά σε οργανώσεις για την προαγωγή της λογοτεχνίας, είναι ενεργό μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχει εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά και μελέτες λαογραφικού περιεχομένου. Έχει ενταχθεί στο Μητρώο Επιμορφωτών του προγράμματος «Καινοτόμες Δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών» και έχει αναλάβει επιμορφωτικό έργο σε ημερίδες επιμόρφωσης εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Δήμητρα Κωλέτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου